ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

Η Ελληνική Βιοτεχνική Εταιρεία, με έμβλημα «γλαύκα καθήμενη επί άκμονος», ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1892, από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Κυπάρισσο Στέφανο, με σκοπό την προαγωγή και ανάπτυξη της δωρεάν Τεχνικής Εκπαίδευσης. Ο Κ. Στέφανος, θαυμαστής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, είχε ως στόχο, μεταξύ άλλων, να μεταλαμπαδεύσει την εφευρετικότητα, τη δεξιοτεχνία και την καλαισθησία των προγόνων μας, πράγμα που έγινε πραγματικότητα σε δημιουργίες μαθητών της Σχολής, εμπνευσμένες από αρχαιοελληνικά πρότυπα, που σήμερα κοσμούν τα  μουσεία του Βερολίνου και της Οξφόρδης.

Τα πρώτα μέλη της Σχολής ήταν 150 προσωπικότητες της εποχής, όπως οι Φωκίων Νέγρης, Εμμανουήλ Δραγούμης, Πέτρος Καλλιγάς, Παύλος Σκουζέ. Το 1894 προστέθηκαν ο Ηλίας Αγγελόπουλος και ο Αριστείδης Διπλάρης, που κληροδότησε την περιουσία του, ορίζοντας όπως ιδρυθεί ομώνυμη Σχολή για τη δωρεάν εκμάθηση Σχεδίου και Τεχνών, με στόχο την εξασφάλιση επαγγελματικής σταδιοδρομίας στους αποφοίτους της, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα και ίσες ευκαιρίες να επιμορφωθούν και να προχωρήσουν σε παραγωγικά επαγγέλματα.

Η Σχολή λειτούργησε από το 1916. Στεγάστηκε σε ιδιόκτητο κτήριο το 1932, επί της Πλατείας Θεάτρου 3 και Μενάνδρου 6, στην καρδιά της Αθήνας, εκεί όπου αρχικά λειτουργούσε το πρώτο θέατρο της πόλης, μετά την αγορά οικοπέδου και την ανέγερση τετραώροφου κτηρίου, συνολικής έκτασης 10.000 τετ. μέτρων, κατάλληλα σχεδιασμένου για εκπαιδευτική χρήση.

Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της Σχολής εκπαιδεύτηκαν περισσότεροι των 65.000 Τεχνιτών, πολλών ειδικοτήτων, που εργάστηκαν σε Βιοτεχνίες, Βιομηχανίες και τη Δημόσια Διοίκηση, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό της εθνικής οικονομίας. Κατά καιρούς λειτούργησαν Σχολές Επιπλοποιών, Ξυλουργών, Ξυλογλυπτών, Τορναδόρων, Αμαξοποιών, Πεταλωτών, Μηχανουργών, Υδραυλικών, Ηλεκτρολόγων, Σιδηρουργών, Βιβλιοδετών, Φωτογράφων, Υποδηματοποιών, Φανοποιών, Ωρολογοποιών, Αργυροχόων, Χρυσοχόων, Κτιστών, Κονιατών, Χρωματιστών, Οικοδόμων, Σχεδιαστών, Επιπλοποιών, Πιλοποιών, καθώς και τμήματα Πλαστικής, Κοπτικής κ.ά.

Διδάσκονταν, μεταξύ άλλων, μαθήματα Αριθμητικής, Γεωμετρίας, Καλλιτεχνικού Σχεδίου, Γραμμικής Ιχνογραφίας, Διακοσμητικής Αγγείων, Ραπτικής, Πλεκτικής, Υφαντικής, Κεντήματος, Δακτυλογραφίας, Στενογραφίας, Υγιεινής κ.ά.

Σημαντικοί καθηγητές δίδαξαν στη Σχολή, όπως οι Κ. Δοξιάδης, Δ. Πικιώνης, Δ. Δανιήλ, Κ. Ηλιάδης, Ι. Βρέττας, Α. Προβελέγγιος κ.ά, ενώ υπήρξαν απόφοιτοι σημαντικοί για την οικονομία της χώρας, όπως οι Αλεξόπουλοι, Βαράγκης, Δράκος, Μάινας, Νεονάκης, Συρίγος κ.ά.

Το 2010 η Σχολή λειτούργησε ως ΙΕΚ στους Τομείς της Πληροφορικής και του Τουρισμού.

Η Ε.Β.Ε. - Διπλάρειος Σχολή  με την αίγλη  που διαθέτει και τις υποδομές της, στο κτήριο της Πλατείας Θεάτρου, μπορεί να δραστηριοποιηθεί επιτυχώς στα σημερινά δεδομένα της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης,  έργο για το οποίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και το Δήμο Αθηναίων.

Το κτήριο της Ε.Β.Ε. - Διπλαρείου Σχολής εγκαινιάστηκε το 1932. Αναγέρθηκε με σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστείδη Ηλιάδη, απόφοιτου της École Speciale των Παρισίων, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης της γενιάς του ΄30, που βασίστηκε στο ιδιαίτερα αξιόλογο και σημαντικό πρόγραμμα, που εισηγήθηκε το 1929 ο Γεώργιος Παπανδρέου, Υπουργός Παιδείας της Κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Το κτήριο ακολουθεί τη μορφολογία του αφαιρετικού κλασικισμού, με καθαρότητα όγκων, λιτή μορφολογία όψεων, λειτουργικότητα κατόψεων και μεγάλα μεταλλικά εξωτερικά κουφώματα, για άπλετο φωτισμό και καλό αερισμό των αιθουσών διδασκαλίας. Εντάσσεται δε, στο σύνολο των κτηρίων Δημόσιας Χρήσης μεγάλης κλίμακας, που αναγέρθηκαν γύρω στο 1930, όταν οι αρχές, οι κτηριολογικές λύσεις και το θεματολόγιο των μορφών του Μοντέρνου Κινήματος, χρησιμοποιήθηκαν στο σχεδιασμό λειτουργικών κτηρίων, όπως Σχολεία, Νοσοκομεία και Κτήρια Κοινωνικής Προνοίας.

Στο κτήριο της Διπλαρείου Σχολής έγινε μία από τις πρώτες εφαρμογές οπλισμένου σκυροδέματος, ώστε να γεφυρωθούν μεγάλα ανοίγματα, με χρήση της χαρακτηριστικής λοξής απότμησης στις ενώσεις δοκών-υποστυλωμάτων. Τα δάπεδά της επιστρώθηκαν με μεγάλων διαστάσεων καλαίσθητα μωσαϊκά.

Η προτεινόμενη επανάχρηση του κτηρίου της Ε.Β.Ε. - Διπλαρείου Σχολής, με εγκατάσταση 4 τμημάτων ξενοδοχειακών μονάδων, αλλοιώνει δραματικά τη λειτουργική διάταξη και την εσωτερική εικόνα του. Εξαφανίζεται το μεγάλο ελεύθερο ύψος και οι ευρείες διαστάσεις των αιθουσών, διότι κατακερματίζονται. Τα σημαντικής μορφολογίας κλιμακοστάσια αποδυναμώνονται διά της παρεμβολής-εγκατάστασης σε αυτά ανελκυστήρων. Τα μωσαϊκά δάπεδα χάνουν την υπόστασή τους. Με την υπερεκμετάλλευση του χώρου, ακυρώνεται η φιλοσοφία του σχεδιασμού των εσωτερικών χώρων του κτηρίου.

Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS θεωρεί, επομένως, ότι η πρόταση επανάχρησης της Ε.Β.Ε. - Διπλαρείου Σχολής ως ξενοδοχείου, ΔΕΝ συνάδει με το χαρακτήρα του ιστορικού αυτού κτηρίου και διασπά τον ενιαίο χαρακτήρα του.

Η Ε.Β.Ε. - Διπλάρειος Σχολή, είναι συνδεδεμένη με το κτήριο της Πλατείας Θεάτρου. Διέθετε χώρους Μαθητείας και Εργαστηριακούς Χώρους με πλήρη εξοπλισμό, ενώ δίνει δυναμικά το παρόν, προσφέροντας υπηρεσίες τεχνικής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου, εφάμιλλες αντίστοιχων ευρωπαϊκών Τεχνικών Σχολών. Το κτήριο αποτελεί, πλέον, Τοπόσημο της Πόλης. Έχει συνυφαστεί με τη νεώτερη ιστορία της, την ανάπτυξη της Τεχνικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την προσπάθεια του πνευματικού κόσμου της και των αποφοίτων της προς το σκοπό αυτό.

Η προστασία και ανάδειξη του κτηρίου της Ε.Β.Ε. - Διπλαρείου Σχολής πρέπει να γίνει σύμφωνα με τη διεθνή και ελληνική σχετική πρακτική. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η πρόταση επανάχρησης του κτηρίου, χωρίς να ληφθεί υπόψη η αρχική του χρήση, η ιστορική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του και ο χαρακτήρας του Εκπαιδευτηρίου.


Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.

Ο Πρόεδρος                                                                                Ο Γενικός Γραμματέας


Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                   Ιωάννης Πανόπουλος