ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ανησυχία για την τύχη των ιστορικών κατασκευών της Χώρας μετά από τη νομοθέτηση express κατεδαφίσεων

Την Τετάρτη 24 Μαρτίου, ψηφίστηκε από την Ελληνική Βουλή τροπολογία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, (44Α ΄/26.03.2021 του Νόμου 4787) στο Νομοσχέδιο για το «Ελληνικό», που προβλέπει τη δημιουργία «Ειδικής Επιτροπής Επικινδύνως Ετοιμόρροπων» (Ε.ΕΠ.ΕΤ.) στην έδρα κάθε Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία θα εξετάζει τις περιπτώσεις κτισμάτων (συναρμοδιότητας ΥΠΠΟΑ και ΥΠΕΝ) που πιθανολογούνται ως επικινδύνως ετοιμόρροπα και είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων 100 ετών ή ευρίσκονται  πλησίον μνημείου ή εντός ή πλησίον αρχαιολογικού χώρου ή ιστορικού τόπου ή τόπου ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους ή εντός ζώνης Β προστασίας μνημείου. Η απόφαση της επιτροπής θα διαβιβάζεται αυθημερόν προς τον οικείο Δήμο, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις της, οφείλει να διενεργήσει την κατεδάφιση, το αργότερο εντός 3 ημερών, εκτός αν στην απόφαση ορίζεται βραχύτερος χρόνος λόγω εξαιρετικής επικινδυνότητας.

     Η προαναφερόμενη τροπολογία, αν και επικαλείται την άρση υφιστάμενων χρονοβόρων και γραφειοκρατικών διαδικασιών, αναμένεται να δημιουργήσει πολλά και σοβαρά προβλήματα, σε έναν τομέα ευαίσθητο, όπως είναι η διαχείριση των υλικών κατάλοιπων του παρελθόντος. Στην ουσία το μόνο νέο στοιχείο, που εισφέρει η νέα τροπολογία, είναι η διευκόλυνση των κατεδαφίσεων, αφού υπήρχε και λειτουργούσε, έστω προβληματικά, «Επιτροπή Ετοιμόρροπων». Μάλιστα, η περιβόητη ταχύτητα, στην οποία γίνεται επίκληση, αποτελεί λόγο προβληματισμού καθώς οι πιθανές λανθασμένες αποφάσεις, θα είναι εξ ορισμού μη αντιστρέψιμες. Επιφυλάξεις δημιουργούνται και για την ενδεχόμενη καταχρηστική αξιοποίηση των νέων μέτρων, καθώς οι διαδικασίες θα μπορεί να κινούνται και από άτομα με συμφέρον αξιοποίησης των οικοπέδων μετά τις κατεδαφίσεις, αλλά και για τον αυθαίρετο περιορισμό της εφαρμογής του νόμου μόνο σε κτήρια άνω των 100 ετών, αφού έτσι δεν εξετάζονται και μπορούν να κατεδαφίζονται χωρίς κρίση, συγκροτήματα του μεσοπολέμου, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και δείγματα της μοντέρνας και σύγχρονης αρχιτεκτονικής.

     Μεγάλη ανησυχία δημιουργείται, επιπλέον, από το γεγονός ότι η νομοθετική αυτή διάταξη περιλαμβάνει κτίσματα που χρονολογούνται μετά το 1830 και συνεπώς είναι δυνάμει διατηρητέα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Όπως είναι γνωστό η χώρα μας διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό κτισμάτων και αξιόλογων ιστορικών κατασκευών, διατηρητέων ή μη, ενταγμένων σε αστικό ή αγροτικό περιβάλλον, σε παραδοσιακούς οικισμούς ή μεμονωμένων, που συμβάλλουν ενεργά στο σύνολό τους, στο παλίμψηστο της υλικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Τα περισσότερα από αυτά τα κτίσματα, φθίνουν ως κατασκευές από την πάροδο του χρόνου, κυρίως λόγω της οικονομικής αδυναμίας συντήρησης από τους ιδιοκτήτες τους, με αποτέλεσμα την πλήρη απαξίωση και σταδιακή αποσάθρωσή τους. Μολονότι, η Σύμβαση για την Προστασία της Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής κληρονομιάς (Σύμβαση της Γρανάδας), που έχει επικυρωθεί ομόφωνα από την Ελληνική Βουλή με τον Ν. 2039/1992, αναφέρει πως η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να φροντίσει ώστε τα προστατευόμενα ακίνητα να μην αλλοιωθούν, ερειπωθούν ή κατεδαφιστούν και να ενθαρρύνει την ιδιωτική πρωτοβουλία για τη συντήρηση αυτής της κληρονομιάς, μέχρι σήμερα ελάχιστα μέτρα έχουν ληφθεί από την Πολιτεία για την προστασία και αξιοποίηση αυτών των κατασκευών.

     Η λύση, κατά συνέπεια, στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα κτίσματα αυτά, δεν είναι η διευκόλυνση των κατεδαφίσεων, με fast track διαδικασίες (πρακτική προσφιλή το τελευταίο διάστημα), αλλά η προστασία τους και η λήψη μέτρων που θα την καταστήσουν εφικτή. Μεταξύ άλλων, η Πολιτεία μπορεί να θεσπίσει κίνητρα, από οικονομικές ενισχύσεις, φορολογικές απαλλαγές, χαμηλότοκα ή και άτοκα δάνεια μέχρι και προγράμματα επιδοτούμενα με φορέα υλοποίησης τους Δήμους για τη συντήρηση και αποκατάσταση των όψεων και τη στερέωση (και όχι κατεδάφιση) των «επικίνδυνων» κτισμάτων. Ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι και το πρόγραμμα «ΔΙΑΤΗΡΩ», που μπορεί να συνεισφέρει συνδυαστικά στην πολιτιστική αναβάθμιση και οικονομική ανάκαμψη όλης της χώρας. Η λειτουργία του θα αποτελέσει το χρηματοδοτικό εργαλείο για μια ολοκληρωμένη προστασία, παρέχοντας οικονομικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες ιστορικών ακινήτων, προς την κατεύθυνση της διατήρησης και αποκατάστασής τους.

   Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS, μετά και την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση, εκφράζει τη βαθειά του ανησυχία για την τύχη των ιστορικών κατασκευών της Χώρας. Η καθαίρεση, δια συνοπτικών διαδικασιών, ερειπωμένων κτισμάτων, που συγκροτούν εν πολλοίς την αρχιτεκτονική μας κληρονομιά, υπενθυμίζει τη λαϊκή ρήση του «πονάει δόντι κόβει κεφάλι», δίχως πραγματικά  να προστατεύει την ανθρώπινη ζωή, το πολιτιστικό μας απόθεμα, και το περιβάλλον.

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.

Ο Πρόεδρος                                                                                                     Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                                             Ιωάννης Πανόπουλος

 

pdfΑνησυχία για την τύχη των ιστορικών κατασκευών της Χώρας μετά από τη νομοθέτηση express κατεδαφίσεων

Τζαμί Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο, τέσσερα χρόνια μετά. Σύντομο χρονικό άστοχων αποφάσεων και καταστροφικών παραλείψεων

Στις 22 Μαρτίου του 2021 συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από την πυρκαγιά στο τζαμί Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Οθωμανικής περιόδου (πρώτο μισό του 15ου αιώνα) σε ευρωπαϊκό έδαφος. Τότε καταστράφηκε ολοσχερώς η μνημειώδης πυραμιδοειδής ξύλινη στέγη του, μοναδική ως προς το μέγεθος, το σχεδιασμό και τις κατασκευαστικές μεθόδους εφαρμογής, στοιχεία, που την ενέτασσαν μεταξύ των πλέον αξιόλογων μνημείων από ξύλο στον κόσμο.

Για την αποκατάσταση του τζαμιού και την ανάδειξή του, είχαν καταβληθεί προσπάθειες, επί σειρά ετών, από το Υπ. Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ), με τη σύσταση διεπιστημονικών επιτροπών, ενίοτε με τη συμμετοχή αλλοδαπών ειδικών, που είχαν καταφέρει, αν και με πενιχρά μέσα, την αποτύπωση του μνημείου, την κατανόηση της λειτουργίας του, τη διάγνωση της παθολογίας της στέγης, τη σύνταξη μελετών αποκατάστασης και την έναρξη στερεωτικών επεμβάσεων.

Το 2011, σε μια προσπάθεια επίτευξης «ολιστικής αποκατάστασης», το μνημείο, εντάχθηκε σε προγράμματα του ΕΣΠΑ, με σκοπό να ανακτήσει την «προσβληθείσα» μνημειακότητα του και να αποδοθεί ξανά στο κοινό.

Το 2013, ως φορέας υλοποίησης των εργασιών αποκατάστασης, ανέλαβε η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών  Αρχαιοτήτων, με σκοπό τη διενέργεια εργασιών προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης του τζαμιού, που διήρκησαν μέχρι το 2015 και κόστισαν 450.000Ε (υποέργο 1, με αυτεπιστασία).

Την ίδια περίοδο, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, με σκοπό την προστασία της στέγης του μνημείου και τη διενέργεια εργασιών αποκατάστασης, προέκρινε την κατασκευή ενός τεραστίων διαστάσεων εξωτερικού στεγάστρου, καθώς και τη συμπλήρωση των μεταλλικών ικριωμάτων, που ήδη υπήρχαν στο εσωτερικό του τζαμιού (υποέργο 2, με το σύστημα μελέτη-κατασκευή και συμβατικό προϋπολογισμό 952.242,30Ε). Η εκτέλεση των οριστικών αναστηλωτικών εργασιών προβλεπόταν με το έργο «Αποκατάσταση Μιναρέ και στέγης τεμένους Βαγιαζήτ» (υποέργο 3, πάλι με το σύστημα μελέτη-κατασκευή και συμβατικό προϋπολογισμό 3.000.000Ε).

Οι μελέτες των προαναφερόμενων έργων, παρόλο που προβλημάτισαν αρκετούς επιστήμονες, ιδιαίτερα ως προς το μέγεθος της επέμβασης και τη σκοπιμότητα του νέου στεγάστρου, εγκρίθηκαν στο σύνολό τους από τις Υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ.

Στη συνέχεια τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά από την καταστροφή της 22ας Μαρτίου του 2017, παραμένουν αναπάντητα τα ερωτήματα, όχι μόνον ως προς το τι συνέβη, αλλά και ως προς το αν οι αποφάσεις των αρμόδιων υπηρεσιών για την αποκατάσταση του μνημείου κινήθηκαν προς τη σωστή κατεύθυνση. Διότι άσχετα από το ποιος ευθύνεται για το «μοιραίο» σπινθήρα, προκύπτουν διάφορα ερωτήματα, ως προς τα αίτια της καταστροφής, που οι απαντήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν σε αποφάσεις και πρακτικές του ΥΠΠΟΑ κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρονικών περιόδων.

Πιο συγκεκριμένα πρέπει να διερευνηθεί:

1. Γιατί μετά την ένταξή του κτηρίου στο ΕΣΠΑ και τη διάθεση σημαντικότατων κονδυλίων από το κράτος, οι καθ’ ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι του ΥΠΠΟΑ, αποφάσισαν όχι την ενίσχυση του ήδη συντελούμενου έργου ήπιων επεμβάσεων αποκατάστασης, αλλά την αλλαγή της μεθοδολογίας, μέσω εργολάβου, που ανέλαβε να υλοποιήσει τις δικές του μελέτες;

2. Αν οι προτεινόμενες μελέτες παρέμβασης, καθώς και η μεθοδολογία, που ακολουθήθηκε (π.χ. οι γιγαντιαίων διαστάσεων επεμβάσεις «προστασίας», με «σκληρά» μη συμβατά με το μνημείο υλικά, οι οξυγονοκολλήσεις, τα μπετά) ήταν οι δέουσες και κατά πόσο το μνημείο τελικά κινδύνευε ανά πάσα χρονική στιγμή από αυτές τις ίδιες.

3. Αν οι εργασίες αποκατάστασης του μνημείου με το σύστημα μελέτη-κατασκευή, αποτελούσε τη βέλτιστη πρακτική.

4. Με ποιο τρόπο η αναθέτουσα αρχή, δηλαδή το ΥΠΠΟΑ, μέσω των υπάλληλών του, δηλαδή μέλη της διορισμένης αρμόδιας Επιτροπής Αποκατάστασης του τζαμιού και άλλων υπεύθυνων, ήταν παρούσα και επέβλεπε τις εργασίες του εργολάβου;

Σημειώνεται ότι λίγες μέρες μετά την πυρκαγιά, εντύπωση προκάλεσαν οι δηλώσεις λειτουργών του ΥΠΠΟΑ, που ανακοίνωσαν, χωρίς κανένα ίχνος ευθύνης και ενοχής, ότι θα το «ξαναφτιάξουν»(!), χωρίς προφανώς να συνειδητοποιούν το μέγεθος και το μη αντιστρέψιμο του ολέθριου συμβάντος. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις, απομακρύνονται όσοι χειρίστηκαν ατυχώς υποθέσεις, γιατί δεν συνέβη το αυτό στην περίπτωση του τζαμιού Βαγιαζήτ, με αποτέλεσμα να υπάρχουν άτομα που συνεχίζουν να εμπλέκονται και σήμερα στο θέμα;

 

Προβληματισμοί για το σχεδιασμό της νέας στέγης.

Σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές αποκατάστασης μνημείων, μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της μοναδικής αυτής στέγης, δεν είναι δυνατόν πλέον να χρησιμοποιείται ο όρος «αποκατάσταση» (διότι δεν έχει διασωθεί τίποτα από το ιστορικό υλικό για να αποκατασταθεί), παρά μόνο ο όρος «ανακατασκευή». Ούτως ή άλλως η επέμβαση ανακατασκευής της στέγης, θα φέρει τη σφραγίδα της εποχής μας.

Η προστασία, διάσωση και ανάδειξη του μνημείου αυτού, αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, που πρέπει να αντιμετωπίσει η επιστημονική κοινότητα. Το θέμα της ανακατασκευής θα πρέπει να τεθεί σε δημόσιο διάλογο, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο της λήψης αποφάσεων και εξεύρεσης λύσεων μόνο από διοικητικούς παράγοντες του ΥΠΠΟΑ, διότι αντίστοιχες εκτιμήσεις στο πρόσφατο παρελθόν, οδήγησαν στην καταστροφή του μνημείου.

Η κατασκευή της νέας στέγης του τζαμιού Βαγιαζήτ, αποτελεί πλέον θέμα «ένταξης νέας κατασκευής σε προϋπάρχον μνημείο» και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως συνθετικό πρόβλημα, λαμβάνοντας υπόψη τα (ευτυχώς) τεκμηριωμένα μορφολογικά στοιχεία, που χαρακτήριζαν το μνημείο.

Συνακολούθως, φρονούμε πως πρέπει να προκηρυχθεί διεθνές συνέδριο στο Διδυμότειχο, υπό την αιγίδα της UNESCO και του διεθνούς ICOMOS, με πρόσκληση εξειδικευμένων Ελλήνων και ξένων επιστημόνων, ώστε να δοθεί η δυνατότητα ανταλλαγής απόψεων περί της αποκατάστασης του συνόλου του μνημείου, πράγμα που θα συμβάλει ποικιλοτρόπως στην ανάπτυξη του διαλόγου και του προβληματισμού για τη σύγχρονη μεθοδολογία και τις απόψεις που διέπουν τις επεμβάσεις προστασίας και ανάδειξης μνημείων.

Εν συνεχεία, πιστεύουμε ότι πρέπει να προκηρυχθεί διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, με θέμα την ανακατασκευή της στέγης του μνημείου. Τα οφέλη από μια τέτοια πρωτοβουλία είναι προφανή και ενδεικτικά αναφέρονται:

-Διαμόρφωση πολιτικής εξωστρέφειας, σε θέματα αποφάσεων προστασίας μνημείων του Ελληνικού Κράτους, ιδιαίτερα μετά από σειρά ατυχών αποφάσεων (μετρό Θεσσαλονίκης, Ακρόπολη Αθηνών, κ.ά.), κατά την τελευταία χρονική περίοδο,

-Ανάδειξη του προβλήματος σχεδιασμού και της μορφολογικής αποκατάστασης-ένταξης της νέας στέγης, με συμμετοχή της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας στην επίλυσή του.

-Ανάδειξη, διεθνώς, της σημασίας που αποδίδει το Ελληνικό Κράτος για τη διάσωση των μνημείων στην επικράτειά του, αδιαφόρως πολιτιστικών και θρησκευτικών καταβολών.

-Ανάδειξη της πόλης του ακριτικού Διδυμοτείχου ως σημείου αναφοράς, σχετικά με την πρότυπη αντιμετώπιση και επίλυση των προβλημάτων, που προέκυψαν από ατυχή καταστροφικά γεγονότα.

                                                                  

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.


         Ο Πρόεδρος                                                                                          Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                                     Ιωάννης Πανόπουλος

 

pdfΤζαμί Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο, τέσσερα χρόνια μετά. Σύντομο χρονικό άστοχων αποφάσεων και καταστροφικών παραλείψεων

Σχετικά με το σχέδιο «Ανάπλασης του Εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης»

Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS εκφράζει την ανησυχία του για το σχέδιο «Ανάπλασης τoυ Εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης», επειδή δεν λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη αξιόλογων εκθεσιακών περιπτέρων, βραβευμένων αρχιτεκτονικών έργων του 20ου αιώνα, ενώ επιβαρύνει σημαντικά τα πολεοδομικά-κυκλοφοριακά προβλήματα της περιοχής.

Σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές και τα κριτήρια, που έχουν επικυρωθεί από Διεθνείς Επιστημονικές Επιτροπές και Συνέδρια του ICOMOS, το καθήκον της προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του 20ου αιώνα δεν υπολείπεται εκείνου των περιόδων που προηγήθηκαν.

    Παρά το ότι τα τελευταία χρόνια ο χώρος και τα κτήρια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) έχουν υποβαθμιστεί (ίσως όχι τυχαία), η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τεκμηριωμένες απόψεις, είναι απολύτως αντιστρέψιμη, ενώ η αποκατάσταση και ανάδειξή τους είναι απολύτως σκόπιμη, διότι, ως σύνολο, αποτελούν μοναδικό «ανοιχτό μουσείο μοντέρνας αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα» στη χώρα μας.

Η προτεινόμενη «Ανάπλαση», έρχεται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα, αφού εισηγείται την κατεδάφιση της πλειονότητας των ιστορικών περιπτέρων της ΔΕΘ και την αντικατάστασή τους από νέα κτήρια, με σκοπό κυρίως την επιχειρηματικού τύπου εκμετάλλευση  (ξενοδοχειακό συγκρότημα, συνεδριακό κέντρο κ.ά.). Ταυτόχρονα, η αναφορά σε λειτουργία «Μητροπολιτικού Πάρκου Πολιτισμού και Πρασίνου», απέχει πολύ από την προτεινόμενη «Ανάπλαση», όσον αφορά στην κλίμακα της επέμβασης και στις γενικότερες συνθήκες, που επικρατούν στον περιβάλλοντα χώρο.

Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι τα δεδομένα της πρότασης «Ανάπλασης», έρχονται σε αντίθεση με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του 20ου αιώνα και ως εκ τούτου η προκήρυξη του διεθνούς αρχιτεκτονικού διαγωνισμού τέθηκε σε λάθος βάση.

Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS, δεσμεύεται να παρακολουθήσει το θέμα εκ του σύνεγγυς και να προωθήσει τις ενστάσεις του και σε άλλους αρμόδιους φορείς, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.


         Ο Πρόεδρος                                                                                          Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                                     Ιωάννης Πανόπουλος

pdfΣχετικά με το σχέδιο «Ανάπλασης του Εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης»

Οι παρεμβάσεις πάνω στο βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών, με τη διάστρωση νέων επιφανειών με «μπετόν αρμέ»

Ανησυχία και προβληματισμό έχουν προκαλέσει οι κατασκευαστικές παρεμβάσεις, που εκτελούνται στο χώρο της Ακρόπολης των Αθηνών αυτήν την περίοδο, με την επισκευή και διεύρυνση διαδρομών, που είχαν διαστρωθεί  ήδη από τη δεκαετία του ’70. Οι εργασίες αυτές έχουν θεωρηθεί αναγκαίες για τα άτομα που έχουν κινητικά προβλήματα, όπως δηλώνει η υλοποιούμενη «μελέτη διαμόρφωσης διαδρομών στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης για άτομα με δυσκολία κίνησης» (ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΠΚΑΧΜΑΕ/225099/155875/4618/2547/03-09-2020 (ΑΔΑ ΩΔ9Ω4653Π4-003). Ωστόσο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη Απόφαση, οι προδιαγραφές των υλικών διάστρωσης, ο σχεδιασμός των συνθέσεων, η επιλογή τους μετά από αξιολόγηση σχετικών δοκιμαστικών εφαρμογών, καθώς και η έκταση του έργου, έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης υπό την επιστημονική εποπτεία της ΕΣΜΑ, με τη συνεργασία των συναρμοδίων Υπηρεσιών του ΥΠΠΟΑ (ΥΣΜΑ, ΔΑΑΜ, ΔΣΑΝΜ, ΕΦΑ πόλης Αθηνών). Έχει ενδιαφέρον να πληροφορηθεί κανείς αν κάτι τέτοιο πρόλαβε να γίνει, με δεδομένο το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην έκδοση της απόφασης και την έναρξη υλοποίησης των έργων.

Μολονότι, οι εργασίες που σήμερα εκτελούνται φέρεται να ικανοποιούν τις ανάγκες διέλευσης ατόμων με δυσκολία στην κίνηση, στην ουσία αποτελούν ένα συμπίλημα διαφορετικών - πραγματικών και θεωρητικών - αναζητήσεων, για τις οποίες θα έπρεπε να έχει προηγηθεί μια ουσιαστική συζήτηση και διαβούλευση για την επίτευξη του βέλτιστου, κατά το δυνατόν, αποτελέσματος. Όπως έχει και δημόσια διατυπωθεί, οι διαδρομές που κατασκευάζονται προορίζονται, επιπλέον, τόσο για την κίνηση μηχανημάτων (που ζυγίζουν αρκετούς τόνους), για τις αναστηλωτικές ανάγκες των μνημείων, όσο και για την αποκατάσταση εδαφικών σταθμών της αρχαιότητας, όπως τμήματος της οδού των Παναθηναίων. Για τις στάθμες αυτές (ποιας χρονικής στιγμής κατά την αρχαιότητα άραγε;) δεν έχει υπάρξει κάποια έγκριτη μελέτη, που να έχει υποστεί την απαραίτητη επιστημονική βάσανο.

Ως αντίλογος για τις πολλές αντιδράσεις, που έχουν προκληθεί με τις νέες κατασκευές, διατυπώνεται η δικαιολογία ότι οι διαστρώσεις υπάρχουν εδώ και καιρό στην Ακρόπολη και μάλιστα πως στα σημερινά έργα χρησιμοποιούνται τα ίδια υλικά που είχαν χρησιμοποιηθεί και στις παλαιές επεμβάσεις (Τραυλού), δηλαδή μείξη τσιμέντου και χαλικιών. Πρόκειται για μια άστοχη σύγκριση, καθώς εν προκειμένω πρόκειται για σκυρόδεμα οπλισμένο με μεταλλικό πλέγμα, δηλαδή «μπετόν αρμέ», με αποτέλεσμα η όποια αντιστρεψιμότητά του να είναι σχετική και για το λόγο αυτό μια μελλοντική αφαίρεσή του αναπόδραστα θα επιφέρει τραύματα στο βράχο, που είναι κι αυτός μνημείο. Μισό αιώνα αργότερα είναι δύσκολο να δεχτεί κανείς πως δεν υπήρχε δυνατότητα χρήσης υλικών, πιο φιλικών με το περιβάλλον.

Ακόμα, το γεγονός ότι ο Πικιώνης επέλεξε να χρησιμοποιήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, το «μπετόν αρμέ», σε άλλες περιοχές αλλά όχι στην Ακρόπολη των Αθηνών, δεν είναι κάτι που εξαγνίζει ή καταδικάζει το υλικό και συνεπώς αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα από τον Πρόεδρο της ΕΣΜΑ για τη χρήση του «μπετόν αρμέ». Το έργο του Πικιώνη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής, όπως και κάθε έργο, όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται «α λα καρτ». Και ο Μπαλάνος χρησιμοποίησε «μπετόν αρμέ», μάλιστα στα ίδια τα μνημεία της Ακρόπολης των Αθηνών, με ιδιαιτέρως βλαπτικά αποτελέσματα. Κάθε υλικό μπορεί να είναι κατάλληλο ή μη, αναλόγως του αν η χρήση του είναι συμβατή ή όχι.

Δυσφορία και όχι μόνο σε σχέση με το αισθητικό αποτέλεσμα προκαλούν επιπλέον η έκταση και ο όγκος της κατασκευής, πράγμα που είναι άμεσα αντιληπτό ακόμα και από έναν απλό πολίτη. Τόσο οι διαδρομές κίνησης όσο και τα πλατώματα είναι πολύ μεγαλύτερα και σε σχέση με τις παλαιότερες επεμβάσεις. Επίσης, η γεωμετρική διαμόρφωση της κατασκευής, αναπτυσσόμενη με ευθειογενή περιγράμματα και πρισματικές ακμές είναι ξένη προς το περιβάλλον του αρχαιολογικού χώρου.

Εκτός από το αισθητικό πρόβλημα, που προκαλεί η εκτεταμένη διάστρωση, καλύπτοντας το παλίμψηστο του βράχου, ταυτόχρονα, δημιουργείται και μια εννοιολογική ασυνταξία, καθώς αποκόπτεται η πρόσβαση στον συνδετικό ιστό όσων μνημείων δεν διαθέτουν σημαντικό λιθόσωμα, αλλά διατηρούνται σε επίπεδο θεμελιώσεων. Η πρόσληψη του αρχαιολογικού χώρου, ως ενότητος, εξασθενεί, καθώς τα μνημεία αποστερούνται του ζωτικού τους χώρου.  

Η αποκατάσταση αρχαίων οδών (όπως της των Παναθηναίων) ή του αρχαίου εδάφους, που κάλυπτε το βράχο της Ακρόπολης, είναι ζητήματα σοβαρά και σύνθετα, για να παρεισφρέουν τμηματικά και αβασάνιστα σε μια μελέτη επισκευής των υφιστάμενων διαδρομών. Απαιτείται επιστημονική τεκμηρίωση και αναλυτική διερεύνηση μιας πληθώρας στοιχείων. Εξ όσων γνωρίζουμε, μελέτη που να αναφέρεται στα ζητήματα αυτά δεν έχει εγκριθεί, ενώ η διατύπωση πιθανών λύσεων έχει εκφραστεί σε θεωρητικό και μόνο επίπεδο.

Η Ακρόπολη των Αθηνών δεν είναι ένας τυχαίος τόπος, είναι ένα εμβληματικό μνημείο της ανθρωπότητας, κορυφαίο στον κατάλογο των μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι παρεμβάσεις, κατά συνέπεια, στα μνημεία ή στον αρχαιολογικό της χώρο θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεγμένες και μελετημένες, ενώ θα έπρεπε να είχαν τεθεί υπόψη της UNESCO, ώστε να μην αποτελούν αφορμή επικριτικών σχολίων, μάλιστα και εκτός Ελλάδος. Δεν αλλοιώνουν την εικόνα της Ακρόπολης των Αθηνών μόνο οι υπερμεγέθεις πολυκατοικίες, που αλόγιστα είχαν αρχίσει να ξεφυτρώνουν στη γειτνίασή της και δικαιολογημένα οδήγησαν στην αντίδραση της πολιτείας. Οι εκτεταμένες διαστρώσεις και μάλιστα με «μπετόν αρμέ» αναπόδραστα αλλοιώνουν τη μορφή του αρχαιολογικού χώρου, ενώ επιφέρουν βλάβη και στον ίδιο το βράχο, που είναι μνημείο αυτός καθαυτός.  Τα υλικά που χρησιμοποιούνται, όπως και η έκταση των σύγχρονων παρεμβάσεων, πρέπει να χαρακτηρίζονται από την ίδια φειδώ και εγκράτεια, που έχει επικρατήσει και για τα έργα των αναστηλώσεων, γεγονότα στα οποία βασανιστικά και διαχρονικά επέμενε ο δάσκαλός μας Χαράλαμπος Μπούρας και όχι μόνο κατά το διάστημα που διετέλεσε Πρόεδρος της ΕΣΜΑ.

Την ίδια στιγμή κανείς δεν αρνείται την ανάγκη εξυπηρέτησης των επισκεπτών, μάλιστα των ατόμων που έχουν προβλήματα κίνησης. Ωστόσο, η αυξημένη αυτή ανάγκη δεν μπορεί να οδηγεί κατ’ αναλογία σε υπερβολή νέων κατασκευών, που θέλουν να εξυπηρετήσουν έναν τεράστιο όγκο επισκεπτών, παραμορφώνοντας όχι μόνο το χώρο αλλά και την αξία του πολιτιστικού αγαθού.

Το ελληνικό τμήμα του ICOMOS εκφράζει τη δυσφορία του τόσο για το αποτέλεσμα των υπό υλοποίηση έργων, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο υλοποιούνται τόσο σοβαρές παρεμβάσεις, δίχως την ανάλογη διαβούλευση και τον επιστημονικό διάλογο.

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.


         Ο Πρόεδρος                                                                                          Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                                     Ιωάννης Πανόπουλος

 

pdfΟι παρεμβάσεις πάνω στο βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών, με τη διάστρωση νέων επιφανειών με «μπετόν αρμέ»

karyatides_quote.jpg