ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Έφυγε από τη ζωή ο Στέφανος Μίλερ

Έφυγε χθες (11/08/2021) από τη ζωή ο φιλέλληνας αρχαιολόγος Στέφανος Μίλερ, το όνομα του οποίου έχει συνδεθεί με την αρχαία Νεμέα, όπου αφιέρωσε 35 και πλέον χρόνια, αφήνοντας πίσω του ένα εξαιρετικά σημαντικό ανασκαφικό, αναστηλωτικό και εκδοτικό έργο. Καθοριστική ήταν η συμβολή του στη δημιουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου της Νεμέας και την οργάνωση της έκθεσής του, που κοσμείται με πλήθος ευρημάτων, που αυτός έφερε στο φως, ενώ ήταν ο πλέον ένθερμος πρωτοστάτης και υποστηρικτής της πρωτοβουλίας για την Αναβίωση των Νέμεων Αγώνων, ανά τετραετία, στο αρχαίο Στάδιο, που ο ίδιος έφερε στο φως, φροντίζοντας για τη στερέωση της καμαροσκέπαστης διόδου του Σταδίου, η οποία είναι η παλαιότερη που βρέθηκε μέχρι σήμερα στην Ελλάδα.

O Stephen G. Miller γεννήθηκε στην Ιντιάνα των Η.Π.Α. το 1942, σπούδασε στο Wabash College και απέκτησε το Διδακτορικό του Δίπλωμα στην Κλασική Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Ήταν καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Berkeley, από το 1981 έως το 2004, με ένα διάλειμμα έξι ετών, από το 1982 έως το 1987, κατά το οποίο διετέλεσε Διευθυντής της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Ανέσκαψε σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, συμπεριλαμβανόμενης της Ολυμπίας, της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών και της Αμφίπολης, μέχρι το 1973 οπότε και ανέλαβε το ανασκαφικό, ερευνητικό και αναστηλωτικό πρόγραμμα της αρχαίας Νεμέας, με το οποίο άλλαξε ουσιαστικά η εικόνα του αρχαιολογικού χώρου, ιδίως του ναού του Διός, κατά το διάστημα 1984-2012.

Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες και εκατοντάδες άρθρα σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά και έχει λάβει πολλές διακρίσεις και βραβεύσεις για την επιστημονική δράση και προσφορά του. Στις 13/6/2014 το Ελληνικό ICOMOS, βράβευσε τον Στέφανο Μίλερ για την προσφορά του, με σχετική πλακέτα που του απένειμε στην αρχαία Νεμέα ο Πρόεδρος του Διεθνούς ICOMOS, Gustavo Araoz, παρουσία πολλών μελών του Ελληνικού ICOMOS και της Εθνικής Επιτροπής του.

Είχε ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής. Το 2005 με προεδρικό διάταγμα ο Στέφανος Μίλερ πολιτογραφήθηκε Έλληνας υπήκοος και έκτοτε ζούσε μόνιμα στη χώρα μας, στο σπίτι του, στην Αρχαία Νεμέα, κοντά στο δρόμο, που οδηγεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νεμέας, δρόμο που φέρει το όνομά του.

Ο Στέφανος Μίλερ μιλούσε και ελληνικά, υπήρξε μια ιδιαιτέρως αγαπητή προσωπικότης, ευπροσήγορος, ευγενής, χαμηλών τόνων, που διατύπωνε τις επιστημονικές του απόψεις με παρρησία.

Η Ελλάδα αποχαιρετά με θλίψη έναν πραγματικό φίλο, έναν οραματιστή επιστήμονα, που τίμησε με το έργο του τον ελληνικό πολιτισμό και τις αξίες του.

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.

Ο Πρόεδρος                                                                              Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                  Ιωάννης Πανόπουλος

Ανησυχία για την τύχη των ιστορικών κατασκευών της Χώρας μετά από τη νομοθέτηση express κατεδαφίσεων

Την Τετάρτη 24 Μαρτίου, ψηφίστηκε από την Ελληνική Βουλή τροπολογία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, (44Α ΄/26.03.2021 του Νόμου 4787) στο Νομοσχέδιο για το «Ελληνικό», που προβλέπει τη δημιουργία «Ειδικής Επιτροπής Επικινδύνως Ετοιμόρροπων» (Ε.ΕΠ.ΕΤ.) στην έδρα κάθε Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία θα εξετάζει τις περιπτώσεις κτισμάτων (συναρμοδιότητας ΥΠΠΟΑ και ΥΠΕΝ) που πιθανολογούνται ως επικινδύνως ετοιμόρροπα και είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων 100 ετών ή ευρίσκονται  πλησίον μνημείου ή εντός ή πλησίον αρχαιολογικού χώρου ή ιστορικού τόπου ή τόπου ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους ή εντός ζώνης Β προστασίας μνημείου. Η απόφαση της επιτροπής θα διαβιβάζεται αυθημερόν προς τον οικείο Δήμο, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις της, οφείλει να διενεργήσει την κατεδάφιση, το αργότερο εντός 3 ημερών, εκτός αν στην απόφαση ορίζεται βραχύτερος χρόνος λόγω εξαιρετικής επικινδυνότητας.

     Η προαναφερόμενη τροπολογία, αν και επικαλείται την άρση υφιστάμενων χρονοβόρων και γραφειοκρατικών διαδικασιών, αναμένεται να δημιουργήσει πολλά και σοβαρά προβλήματα, σε έναν τομέα ευαίσθητο, όπως είναι η διαχείριση των υλικών κατάλοιπων του παρελθόντος. Στην ουσία το μόνο νέο στοιχείο, που εισφέρει η νέα τροπολογία, είναι η διευκόλυνση των κατεδαφίσεων, αφού υπήρχε και λειτουργούσε, έστω προβληματικά, «Επιτροπή Ετοιμόρροπων». Μάλιστα, η περιβόητη ταχύτητα, στην οποία γίνεται επίκληση, αποτελεί λόγο προβληματισμού καθώς οι πιθανές λανθασμένες αποφάσεις, θα είναι εξ ορισμού μη αντιστρέψιμες. Επιφυλάξεις δημιουργούνται και για την ενδεχόμενη καταχρηστική αξιοποίηση των νέων μέτρων, καθώς οι διαδικασίες θα μπορεί να κινούνται και από άτομα με συμφέρον αξιοποίησης των οικοπέδων μετά τις κατεδαφίσεις, αλλά και για τον αυθαίρετο περιορισμό της εφαρμογής του νόμου μόνο σε κτήρια άνω των 100 ετών, αφού έτσι δεν εξετάζονται και μπορούν να κατεδαφίζονται χωρίς κρίση, συγκροτήματα του μεσοπολέμου, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και δείγματα της μοντέρνας και σύγχρονης αρχιτεκτονικής.

     Μεγάλη ανησυχία δημιουργείται, επιπλέον, από το γεγονός ότι η νομοθετική αυτή διάταξη περιλαμβάνει κτίσματα που χρονολογούνται μετά το 1830 και συνεπώς είναι δυνάμει διατηρητέα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Όπως είναι γνωστό η χώρα μας διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό κτισμάτων και αξιόλογων ιστορικών κατασκευών, διατηρητέων ή μη, ενταγμένων σε αστικό ή αγροτικό περιβάλλον, σε παραδοσιακούς οικισμούς ή μεμονωμένων, που συμβάλλουν ενεργά στο σύνολό τους, στο παλίμψηστο της υλικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Τα περισσότερα από αυτά τα κτίσματα, φθίνουν ως κατασκευές από την πάροδο του χρόνου, κυρίως λόγω της οικονομικής αδυναμίας συντήρησης από τους ιδιοκτήτες τους, με αποτέλεσμα την πλήρη απαξίωση και σταδιακή αποσάθρωσή τους. Μολονότι, η Σύμβαση για την Προστασία της Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής κληρονομιάς (Σύμβαση της Γρανάδας), που έχει επικυρωθεί ομόφωνα από την Ελληνική Βουλή με τον Ν. 2039/1992, αναφέρει πως η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να φροντίσει ώστε τα προστατευόμενα ακίνητα να μην αλλοιωθούν, ερειπωθούν ή κατεδαφιστούν και να ενθαρρύνει την ιδιωτική πρωτοβουλία για τη συντήρηση αυτής της κληρονομιάς, μέχρι σήμερα ελάχιστα μέτρα έχουν ληφθεί από την Πολιτεία για την προστασία και αξιοποίηση αυτών των κατασκευών.

     Η λύση, κατά συνέπεια, στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα κτίσματα αυτά, δεν είναι η διευκόλυνση των κατεδαφίσεων, με fast track διαδικασίες (πρακτική προσφιλή το τελευταίο διάστημα), αλλά η προστασία τους και η λήψη μέτρων που θα την καταστήσουν εφικτή. Μεταξύ άλλων, η Πολιτεία μπορεί να θεσπίσει κίνητρα, από οικονομικές ενισχύσεις, φορολογικές απαλλαγές, χαμηλότοκα ή και άτοκα δάνεια μέχρι και προγράμματα επιδοτούμενα με φορέα υλοποίησης τους Δήμους για τη συντήρηση και αποκατάσταση των όψεων και τη στερέωση (και όχι κατεδάφιση) των «επικίνδυνων» κτισμάτων. Ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι και το πρόγραμμα «ΔΙΑΤΗΡΩ», που μπορεί να συνεισφέρει συνδυαστικά στην πολιτιστική αναβάθμιση και οικονομική ανάκαμψη όλης της χώρας. Η λειτουργία του θα αποτελέσει το χρηματοδοτικό εργαλείο για μια ολοκληρωμένη προστασία, παρέχοντας οικονομικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες ιστορικών ακινήτων, προς την κατεύθυνση της διατήρησης και αποκατάστασής τους.

   Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS, μετά και την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση, εκφράζει τη βαθειά του ανησυχία για την τύχη των ιστορικών κατασκευών της Χώρας. Η καθαίρεση, δια συνοπτικών διαδικασιών, ερειπωμένων κτισμάτων, που συγκροτούν εν πολλοίς την αρχιτεκτονική μας κληρονομιά, υπενθυμίζει τη λαϊκή ρήση του «πονάει δόντι κόβει κεφάλι», δίχως πραγματικά  να προστατεύει την ανθρώπινη ζωή, το πολιτιστικό μας απόθεμα, και το περιβάλλον.

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.

Ο Πρόεδρος                                                                                                     Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                                             Ιωάννης Πανόπουλος

 

pdfΑνησυχία για την τύχη των ιστορικών κατασκευών της Χώρας μετά από τη νομοθέτηση express κατεδαφίσεων

Τζαμί Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο, τέσσερα χρόνια μετά. Σύντομο χρονικό άστοχων αποφάσεων και καταστροφικών παραλείψεων

Στις 22 Μαρτίου του 2021 συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από την πυρκαγιά στο τζαμί Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Οθωμανικής περιόδου (πρώτο μισό του 15ου αιώνα) σε ευρωπαϊκό έδαφος. Τότε καταστράφηκε ολοσχερώς η μνημειώδης πυραμιδοειδής ξύλινη στέγη του, μοναδική ως προς το μέγεθος, το σχεδιασμό και τις κατασκευαστικές μεθόδους εφαρμογής, στοιχεία, που την ενέτασσαν μεταξύ των πλέον αξιόλογων μνημείων από ξύλο στον κόσμο.

Για την αποκατάσταση του τζαμιού και την ανάδειξή του, είχαν καταβληθεί προσπάθειες, επί σειρά ετών, από το Υπ. Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ), με τη σύσταση διεπιστημονικών επιτροπών, ενίοτε με τη συμμετοχή αλλοδαπών ειδικών, που είχαν καταφέρει, αν και με πενιχρά μέσα, την αποτύπωση του μνημείου, την κατανόηση της λειτουργίας του, τη διάγνωση της παθολογίας της στέγης, τη σύνταξη μελετών αποκατάστασης και την έναρξη στερεωτικών επεμβάσεων.

Το 2011, σε μια προσπάθεια επίτευξης «ολιστικής αποκατάστασης», το μνημείο, εντάχθηκε σε προγράμματα του ΕΣΠΑ, με σκοπό να ανακτήσει την «προσβληθείσα» μνημειακότητα του και να αποδοθεί ξανά στο κοινό.

Το 2013, ως φορέας υλοποίησης των εργασιών αποκατάστασης, ανέλαβε η Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών  Αρχαιοτήτων, με σκοπό τη διενέργεια εργασιών προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης του τζαμιού, που διήρκησαν μέχρι το 2015 και κόστισαν 450.000Ε (υποέργο 1, με αυτεπιστασία).

Την ίδια περίοδο, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, με σκοπό την προστασία της στέγης του μνημείου και τη διενέργεια εργασιών αποκατάστασης, προέκρινε την κατασκευή ενός τεραστίων διαστάσεων εξωτερικού στεγάστρου, καθώς και τη συμπλήρωση των μεταλλικών ικριωμάτων, που ήδη υπήρχαν στο εσωτερικό του τζαμιού (υποέργο 2, με το σύστημα μελέτη-κατασκευή και συμβατικό προϋπολογισμό 952.242,30Ε). Η εκτέλεση των οριστικών αναστηλωτικών εργασιών προβλεπόταν με το έργο «Αποκατάσταση Μιναρέ και στέγης τεμένους Βαγιαζήτ» (υποέργο 3, πάλι με το σύστημα μελέτη-κατασκευή και συμβατικό προϋπολογισμό 3.000.000Ε).

Οι μελέτες των προαναφερόμενων έργων, παρόλο που προβλημάτισαν αρκετούς επιστήμονες, ιδιαίτερα ως προς το μέγεθος της επέμβασης και τη σκοπιμότητα του νέου στεγάστρου, εγκρίθηκαν στο σύνολό τους από τις Υπηρεσίες του ΥΠΠΟΑ.

Στη συνέχεια τα γεγονότα είναι λίγο πολύ γνωστά.

Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά από την καταστροφή της 22ας Μαρτίου του 2017, παραμένουν αναπάντητα τα ερωτήματα, όχι μόνον ως προς το τι συνέβη, αλλά και ως προς το αν οι αποφάσεις των αρμόδιων υπηρεσιών για την αποκατάσταση του μνημείου κινήθηκαν προς τη σωστή κατεύθυνση. Διότι άσχετα από το ποιος ευθύνεται για το «μοιραίο» σπινθήρα, προκύπτουν διάφορα ερωτήματα, ως προς τα αίτια της καταστροφής, που οι απαντήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν σε αποφάσεις και πρακτικές του ΥΠΠΟΑ κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρονικών περιόδων.

Πιο συγκεκριμένα πρέπει να διερευνηθεί:

1. Γιατί μετά την ένταξή του κτηρίου στο ΕΣΠΑ και τη διάθεση σημαντικότατων κονδυλίων από το κράτος, οι καθ’ ύλην αρμόδιοι υπάλληλοι του ΥΠΠΟΑ, αποφάσισαν όχι την ενίσχυση του ήδη συντελούμενου έργου ήπιων επεμβάσεων αποκατάστασης, αλλά την αλλαγή της μεθοδολογίας, μέσω εργολάβου, που ανέλαβε να υλοποιήσει τις δικές του μελέτες;

2. Αν οι προτεινόμενες μελέτες παρέμβασης, καθώς και η μεθοδολογία, που ακολουθήθηκε (π.χ. οι γιγαντιαίων διαστάσεων επεμβάσεις «προστασίας», με «σκληρά» μη συμβατά με το μνημείο υλικά, οι οξυγονοκολλήσεις, τα μπετά) ήταν οι δέουσες και κατά πόσο το μνημείο τελικά κινδύνευε ανά πάσα χρονική στιγμή από αυτές τις ίδιες.

3. Αν οι εργασίες αποκατάστασης του μνημείου με το σύστημα μελέτη-κατασκευή, αποτελούσε τη βέλτιστη πρακτική.

4. Με ποιο τρόπο η αναθέτουσα αρχή, δηλαδή το ΥΠΠΟΑ, μέσω των υπάλληλών του, δηλαδή μέλη της διορισμένης αρμόδιας Επιτροπής Αποκατάστασης του τζαμιού και άλλων υπεύθυνων, ήταν παρούσα και επέβλεπε τις εργασίες του εργολάβου;

Σημειώνεται ότι λίγες μέρες μετά την πυρκαγιά, εντύπωση προκάλεσαν οι δηλώσεις λειτουργών του ΥΠΠΟΑ, που ανακοίνωσαν, χωρίς κανένα ίχνος ευθύνης και ενοχής, ότι θα το «ξαναφτιάξουν»(!), χωρίς προφανώς να συνειδητοποιούν το μέγεθος και το μη αντιστρέψιμο του ολέθριου συμβάντος. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις, απομακρύνονται όσοι χειρίστηκαν ατυχώς υποθέσεις, γιατί δεν συνέβη το αυτό στην περίπτωση του τζαμιού Βαγιαζήτ, με αποτέλεσμα να υπάρχουν άτομα που συνεχίζουν να εμπλέκονται και σήμερα στο θέμα;

 

Προβληματισμοί για το σχεδιασμό της νέας στέγης.

Σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές αποκατάστασης μνημείων, μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της μοναδικής αυτής στέγης, δεν είναι δυνατόν πλέον να χρησιμοποιείται ο όρος «αποκατάσταση» (διότι δεν έχει διασωθεί τίποτα από το ιστορικό υλικό για να αποκατασταθεί), παρά μόνο ο όρος «ανακατασκευή». Ούτως ή άλλως η επέμβαση ανακατασκευής της στέγης, θα φέρει τη σφραγίδα της εποχής μας.

Η προστασία, διάσωση και ανάδειξη του μνημείου αυτού, αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, που πρέπει να αντιμετωπίσει η επιστημονική κοινότητα. Το θέμα της ανακατασκευής θα πρέπει να τεθεί σε δημόσιο διάλογο, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο της λήψης αποφάσεων και εξεύρεσης λύσεων μόνο από διοικητικούς παράγοντες του ΥΠΠΟΑ, διότι αντίστοιχες εκτιμήσεις στο πρόσφατο παρελθόν, οδήγησαν στην καταστροφή του μνημείου.

Η κατασκευή της νέας στέγης του τζαμιού Βαγιαζήτ, αποτελεί πλέον θέμα «ένταξης νέας κατασκευής σε προϋπάρχον μνημείο» και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως συνθετικό πρόβλημα, λαμβάνοντας υπόψη τα (ευτυχώς) τεκμηριωμένα μορφολογικά στοιχεία, που χαρακτήριζαν το μνημείο.

Συνακολούθως, φρονούμε πως πρέπει να προκηρυχθεί διεθνές συνέδριο στο Διδυμότειχο, υπό την αιγίδα της UNESCO και του διεθνούς ICOMOS, με πρόσκληση εξειδικευμένων Ελλήνων και ξένων επιστημόνων, ώστε να δοθεί η δυνατότητα ανταλλαγής απόψεων περί της αποκατάστασης του συνόλου του μνημείου, πράγμα που θα συμβάλει ποικιλοτρόπως στην ανάπτυξη του διαλόγου και του προβληματισμού για τη σύγχρονη μεθοδολογία και τις απόψεις που διέπουν τις επεμβάσεις προστασίας και ανάδειξης μνημείων.

Εν συνεχεία, πιστεύουμε ότι πρέπει να προκηρυχθεί διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, με θέμα την ανακατασκευή της στέγης του μνημείου. Τα οφέλη από μια τέτοια πρωτοβουλία είναι προφανή και ενδεικτικά αναφέρονται:

-Διαμόρφωση πολιτικής εξωστρέφειας, σε θέματα αποφάσεων προστασίας μνημείων του Ελληνικού Κράτους, ιδιαίτερα μετά από σειρά ατυχών αποφάσεων (μετρό Θεσσαλονίκης, Ακρόπολη Αθηνών, κ.ά.), κατά την τελευταία χρονική περίοδο,

-Ανάδειξη του προβλήματος σχεδιασμού και της μορφολογικής αποκατάστασης-ένταξης της νέας στέγης, με συμμετοχή της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας στην επίλυσή του.

-Ανάδειξη, διεθνώς, της σημασίας που αποδίδει το Ελληνικό Κράτος για τη διάσωση των μνημείων στην επικράτειά του, αδιαφόρως πολιτιστικών και θρησκευτικών καταβολών.

-Ανάδειξη της πόλης του ακριτικού Διδυμοτείχου ως σημείου αναφοράς, σχετικά με την πρότυπη αντιμετώπιση και επίλυση των προβλημάτων, που προέκυψαν από ατυχή καταστροφικά γεγονότα.

                                                                  

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.


         Ο Πρόεδρος                                                                                          Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                                     Ιωάννης Πανόπουλος

 

pdfΤζαμί Βαγιαζήτ στο Διδυμότειχο, τέσσερα χρόνια μετά. Σύντομο χρονικό άστοχων αποφάσεων και καταστροφικών παραλείψεων

Σχετικά με το σχέδιο «Ανάπλασης του Εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης»

Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS εκφράζει την ανησυχία του για το σχέδιο «Ανάπλασης τoυ Εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης», επειδή δεν λαμβάνει υπόψη του την ύπαρξη αξιόλογων εκθεσιακών περιπτέρων, βραβευμένων αρχιτεκτονικών έργων του 20ου αιώνα, ενώ επιβαρύνει σημαντικά τα πολεοδομικά-κυκλοφοριακά προβλήματα της περιοχής.

Σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές και τα κριτήρια, που έχουν επικυρωθεί από Διεθνείς Επιστημονικές Επιτροπές και Συνέδρια του ICOMOS, το καθήκον της προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του 20ου αιώνα δεν υπολείπεται εκείνου των περιόδων που προηγήθηκαν.

    Παρά το ότι τα τελευταία χρόνια ο χώρος και τα κτήρια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) έχουν υποβαθμιστεί (ίσως όχι τυχαία), η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τεκμηριωμένες απόψεις, είναι απολύτως αντιστρέψιμη, ενώ η αποκατάσταση και ανάδειξή τους είναι απολύτως σκόπιμη, διότι, ως σύνολο, αποτελούν μοναδικό «ανοιχτό μουσείο μοντέρνας αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα» στη χώρα μας.

Η προτεινόμενη «Ανάπλαση», έρχεται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα, αφού εισηγείται την κατεδάφιση της πλειονότητας των ιστορικών περιπτέρων της ΔΕΘ και την αντικατάστασή τους από νέα κτήρια, με σκοπό κυρίως την επιχειρηματικού τύπου εκμετάλλευση  (ξενοδοχειακό συγκρότημα, συνεδριακό κέντρο κ.ά.). Ταυτόχρονα, η αναφορά σε λειτουργία «Μητροπολιτικού Πάρκου Πολιτισμού και Πρασίνου», απέχει πολύ από την προτεινόμενη «Ανάπλαση», όσον αφορά στην κλίμακα της επέμβασης και στις γενικότερες συνθήκες, που επικρατούν στον περιβάλλοντα χώρο.

Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι τα δεδομένα της πρότασης «Ανάπλασης», έρχονται σε αντίθεση με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του 20ου αιώνα και ως εκ τούτου η προκήρυξη του διεθνούς αρχιτεκτονικού διαγωνισμού τέθηκε σε λάθος βάση.

Το Ελληνικό Τμήμα του ICOMOS, δεσμεύεται να παρακολουθήσει το θέμα εκ του σύνεγγυς και να προωθήσει τις ενστάσεις του και σε άλλους αρμόδιους φορείς, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Για την Εθνική Επιτροπή του Ελληνικού Τμήματος του I.C.O.MO.S.


         Ο Πρόεδρος                                                                                          Ο Γενικός Γραμματέας

Δρ Αθανάσιος Νακάσης                                                                                     Ιωάννης Πανόπουλος

pdfΣχετικά με το σχέδιο «Ανάπλασης του Εκθεσιακού κέντρου Θεσσαλονίκης»

karyatides_quote.jpg